η ποίηση στην εποχή της

η ποίηση στην εποχή της

ΑΝΑΜΕΤΡΗΣΕΙΣ

…από τους αδέξιους βηματισμούς…

Η αστέγαστη σιωπή και το φευγάτο βλέμμα,
κρυφή παραδοχή κι αστράτευτη εμπειρία.
Η αγανάκτηση, ανώριμη οργή και  ρήτρα,
αυτάρεσκη επινόηση, του φόβου αγυρτεία.
Σωριάσαμε τις μέρες μας ανώνυμες και υποτελείς,
μετρήσαμε τα χρόνια μας με σύμβολα και εποχές
και τώρα πώς ν’ αναμετρηθείς με  σχήματα και ίσκιους
και πώς ν’ αξιωθείς μακαρισμούς και προβλέψεις;

…στο ανένταχτο κρησφύγετο …

Οι παλιές μνήμες και οι ύστεροι αναλογισμοί,
γραφή επιθυμιών και ανάγνωση σοφίας.
Η προσφυγή στους ορισμούς και τις αριθμήσεις,
αίρεση αξιών και αντίστιξη ευθύνης.
Συνταχθήκαμε με αναλυτές και προφήτες,
αναρτήσαμε ιδέες ,αξίες και προτάσεις
και τώρα πώς ν’ αναμετρηθείς με μεταστάσεις
και πώς ν’ αξιωθείς την πρακτική της γνώσης;

…και τις απόκρυφες  ομολογίες.

Η χθεσινή επίσπευση, το κέλευσμα τ’ αυριανό,
επίγραμμα μοναξιάς και επιμύθιο ιστορίας.
Το δίλημμα, συνείδησης κενό και υποτροπή,
αφορισμού ανάκρουση, ανάγκη και μαρτυρία.
Πορευθήκαμε με προτεραιότητες και ανιχνεύσεις,
στασιάσαμε με σύνδρομα και αμφισβητήσεις
και τώρα πώς ν’ αναμετρηθείς με τη δεσποτεία του χρόνου
και πώς ν’ αξιωθείς τη λύτρωση της υπέρβασης;

ΤΙ ΚΡΙΜΑ ΝΑ ΣΕ ΛΕΝ ΛΕΝΩΡΑ!

        Μ' ένα μουνί στη θέση της καρδιάς πορεύομαι
                                                                        ασταμάτητος στη θέση μου σταυροπόδης
Χαϊδεύω το ξεβρασμένο σίδερο της θάλασσας
Η αλμύρα είναι οι πόνοι απ' τα κρίματα
                             Κρίμα που είμαστε διαφορετικοί
                             Και κρίμα που σε αγαπάω
Στης θάλασσας λοιπόν τα κύματα δακρύζεις τ' ακουμπάω
                             Κρίμα να σε καρφώνουνε στα νερένια σχεδιαγράμματα νυμφουσών
σα πλαίσιο σε κάθε εικονοστάσι
                    μέσα σου να ζουν νεκροί
                                                        διάφοροι
                                                             αγαπημένοι
Κρίμα να 'χεις όνομα ψυχή κατεργασμένη
                                    
Καθαγιάζοντας τα φυσικά φαινόμενα
Οι κάμπιες που 'στειλα σε αυτοκτονία
και τα δεκάδες μυρμήγκια που οδήγησα κι αυτό το καλοκαίρι στον πνιγμό
οι εκατοντάδες που τρόμαξα με το όρμηγμά μου
και οι χιλιάδες που λάθος μου να αγαπάω
                                    σαλπάραμε για ένα ταξίδι με ακαθόριστο τον προσανατολισμό
Κρίμα που χανόμαστε
                                         πριν ακόμα συναντηθούμε
Και κρίμα που 'σαι ελεύθερη
                                     λένε η ώρα
                                        λαιμού
                                           λυρί στεντόρια
                                                    Λενώρα!
Δεξί δάχτυλο στη πληγή πασαλειμένο
                                     λένε η ώρα του αναστεναγμου
είναι η πιο κρυφή η ώρα
Και τα παρακλάδια σου
                                         Μοσάντ, Τζεκιθράν, ο Φουσφορίλος ο γλυκός σατανιστής
Στα νησιά που θα κατακοιμήσουμε τις νύχτες
                                                                          υπνοβατόντας πάνω στις σελίδες
                                                                                    η ελευθερία μας
                                                                                                                                      Γυρίζει
                                                                                                                             Η Γη Γυρίζει
κι ο πλανοδόχος ακαθόριστος κι αυτός να πρασινίζει
                            την καρωτή τη ρίζα του
Το σκοτάδι λατρεύει το χρώμα
                                                        και τα άστρα
                                                        κρατάνε αυτό που παίχτηκε μεταξύ μας
                                                        κάρτα Ταρώ διπλωμένη τετράκυς
                                                        ζαρωμένη γέρικη υποστήριξη
                                                        στο τραπεζάκι
                                                        που χύνουμε τις ρακές μας
                                                                                                         στην Άβυσσο.

ΔΙΣΤΟΜΟ- ΕΝΑ ΠΟΥΛΙ ΠΟΥ ΤΟ ΛΕΓΑΝ ΑΡΓΥΡΗ

Πολλά σύννεφα  λίγα δέντρα
στα πουλιά στήσαν ενέδρα.
Μετά τη τελική κραυγή απλώνεται  η σιωπή!
Είν’ του Διστόμου η μυρωδιά
παιδιά που χάσαν την αγκαλιά
και αναστέναξαν βαριά
κι αναστενάζουνε βαθιά.
Τι τύχη είχε ένα πουλί
το βόλι δεν το είχε βρει
και πέταξε πολύ μακριά
για το Χορτιάτη και τα Καλάβρυτα.
Συνάντησε ήλιους σβηστούς
μαύρα ρούχα, δακρυσμένους αετούς
και μια αγέρωχη καρδιά
που κρατά ακόμη ψηλά
το πείσμα και τη λευτεριά!
Δεν άντεξε άλλο το πουλί
και πέταξε για τη ζωή
σ’ ένα αδέσποτο καράβι
κάθισε πάνω στο κατάρτι
τα μάτια του να ξεκουράσει
απ’ την βροχή την αρμυρή
πριν σε καινούριο κόσμο φτάσει.
Χρόνια μακριά στην ξένη γη
η θύμηση μοναδική
που του παγώνει την ψυχή
βαθιά το τρώει η επιστροφή.
Ο κόσμος του χαμογελά
μ’ ένα μειδίαμα απαντά
και χρώματα απ΄ την ίριδα
μες τη ζωή του αναζητά.
Κι έγινε τ’ όμορφο πουλί
ένα μικρό γλυκό παιδί
είναι ο Αργύρης που περνά
μες του Διστόμου τα στενά
κι όλο χαμόγελα σκορπά!
Ένας κυκλικός χορός απόψε αρχινά
είν’ του σαράντα τα παιδιά
σήμερα θα ‘ταν γηρατειά.
Είναι των πουλιών  λαλιές
που χάθηκαν με τις κραυγές!
Ζωή σαν φύλλο μες την βροχή τρέμεις
κλωθογύριζε στον ιστό της ανέμης.
Εμείς σε δοξάζουμε όσο μπορούμε
κι απ' του πελάγου την δίνη
θε να βγούμε.

Μελιδόνι (1)

για κείνους
το κυνηγητό της πεταλούδας
σε θόλους πλαστικούς
αφάνταστους
για άλλους
το αργό κύλημα του χρόνου
στις αρθρώσεις των στιγμών
που θα φέρουν μισάνοιχτα χείλη παιδικά
δαγκωμένα ώριμα σταφύλια

κάθε τρίωρο δαντελένιο
από το μπαούλο της αμνησίας
απλώνεται στης αντοχής το λαδωμένο σώμα
που κιτρινίζει ακόμα περισσότερο
τυπογραφικό λάθος ενός σακάτη χρόνου
στην ηρεμία
οι καστανές διακυμάνσεις του απρόβλεπτου
και η καμπύλη του προσώπου σου
αποθηκεύει γλυκύτητα στα βάζα του λεπτοδείκτη
διέσχιζες ωκεανό θλίψης 
κοιτώντας τα γοητευτικά φώτα ενός λιμανιού
εκεί θέλω να αράξω έλεγες
μα το ταξίδι ήταν μεγάλο
λύγισες, κουράστηκες να κολυμπάς κόντρα στο ρεύμα.


οι πιο μεγάλες αλήθειες είναι οι στιγμές
είναι αυτές που καθίζουν τις φιλοσοφίες κάτω
που αρπάζουν τον χρόνο από τα μαλλιά
παθαίνουν λόξιγκα σε κάθε αμήχανη κουβέντα η πράξη
είναι αυτές που σημαίνουν μια αρχή!
ή ένα τέλος!

Άτιτλο

Μες τις ραγάδες τ΄ ουρανού
φεγγίζουν κίτρινα χαμόγελα
μύριες χαράδρες δειλινού
Δωρίζουν χρώματα ανώφελα

Δες οι μανάδες του ορφανού
πλέκουνε όνειρα αφόρετα
Πες στις αρμάδες του λυγμού
πως γίναν λάθη ασυγχώρετα

Ψάχνεις το νόημα της ζωής
Κάποιος φιλόσοφος σε δέρνει
Σε απόσταση αναπνοής
Ένα συναίσθημα που γδέρνει

Πλειάδες κόρες συνοδοί
υψώσαν μύθο στο εξάστερο
μα η πικραμένη μας ωδή 
τον έρωτα κατάντησε άπτερο

Έχεις απόθεμα ψυχής
ο φόβος όμως επιστρέφει
Στην πρώτη νότα της αυγής
ο εγωισμός σε καταστρέφει

Του Έρωτα

Φουρτούνα η αγάπη σου,
φουρτούνα το κορμί σου,
συγχύστηκα που μ άφησες,
συγχύστηκα μαζί σου.
Χωρίς σεβασμό, αντίληψη και ήθος,
Μπερδεύτηκες μέσα στο πλήθος.
Ωστόσο μαγεύτηκα με το φιλί σου,
Μαύρος κι αν ήσουν η λευκός,
Στην αγκαλιά μου ήσουν μία ατραπός. 


Το φιλί σου φωτιά, το χάδι σου
κεραυνός. Με δρόσισε η βροχή,
ανεμοστρόβιλος εσύ. Λαχτάρησα το τέλος,
την σιωπή. Την περήφανη αναμονή.
Χάθηκες και σε μίσησα,
Ήλθες και σ’ έδιωξα. Αλλοπρόσαλλε εραστή,
Με κούρασε η υπομονή.
Με έπνιξε η ματαιοδοξία.
Ξεκουράσου μακριά μου,
για ν’ αφεθώ στον κυρίαρχο ύπνο.

ΠΌΘΟΣ ΝΎΧΤΑΣ

Θέλω εγώ στα σκοτεινά
να 'ρθω να σε αγγίξω.
Θέλω να σε 'βρω στα κρυφά
να νιώσω το κορμί σου.
Να νιώσω την ανάσα σου
και να χαθώ μαζί σου.
Το κάθε βράδυ στα κρυφά,
το κάθε μέρα χώρια,
δίνει μια μπόρα στο κορμί
μια ζάλη στο μυαλό μου.

Όλες οι ώρες οι πολλές
δεν έχουν σημασία.
Το μόνο που ποθώ εγώ
είναι να ρθει το σκότος.
Σκότος νυχτιας, χτυπος καρδιάς, αντάρα στο κορμί μου.
Υγρή η νύχτα θα γενεί,
υγρό θα ναι το στρώμα.
Η σκέψη και τα μάτια της
πάνω σου γέρνουν πάλι.
Η προσμονή ειν' θάνατος αργός,
λύτρωση η αγκάλη.
Οι ώρες της ημέρας μου
να φύγουν θέλω σα στιγμή.
Να ρθουν οι ώρες της νυχτιάς,
να τρέξω πια να σε έχω.
Σκότος νυχτιάς, χτύπος καρδιάς, αντάρα στο κορμί μου.
Υγρή η νύχτα θα γενεί,
υγρό θα ναι το στρώμα.

ΒΟΜΒΑ ΓΕΛΙΟΥ

Κάποια νύχτα μ’ αστεράκια
που’ χε πόλεμο η γη
και που ρίχναν στα παιδάκια
βόμβες χίλιοι στρατηγοί

τ’ ουρανού ήρθαν αγγέλοι
με ολόχρυσα φτερά
για να φέρουνε εν τέλει
στα παιδάκια τη χαρά.

Κι όπως γλένταγαν φωνάζαν
της γης όλης στρατηγοί
και οι βόμβες τους ρημάζαν
την ταλαίπωρη τη γη

ρίχνουν βόμβα οι αρχαγγέλοι
που το γέλιο προκαλεί
κι από τότε όλοι γελάνε

και ησύχασε η γη.

ΣΥΝΑΙΣΘΗΣΗ

Και να θυμάσαι,
γυναίκα εσύ της μνήμης και της ανάγκης
πως ο δικός μας κόσμος
είναι αυτός των κρυφών θεών ο ασύνορος κόσμος,
του χορού των αγγέλων και του ίσκιου των ανθρώπων,
αυτός που μπορούμε με ουρανό να μετράμε
και σε μικρά κρησφύγετα να μοιραζόμαστε.
Και να λογιάζεις,
γυναίκα εσύ της πεθυμιάς και των ονείρων
πως ο δικός μας έρωτας
είναι αυτός της πληρότητας και του δέους,
της αυγής ανασαιμιά, βλεφάρισμα της εσπέρας,
αυτός  που μπορούμε με σιωπή να ομολογούμε
και σε εικόνες και σύμβολα να στεγάζουμε.
Για να μην φοβάσαι
τη μοναξιά των απωλειών και των παραιτήσεων,
για να αρνείσαι
τα βέβηλα προσχήματα και τις αδέξιες αποδράσεις
και να συντρέχεις  με πλήρη συναίσθηση,
ταίρι εσύ στο προσκύνημα των ειδώλων
και στο μεγαλείο της αιωνιότητας των στιγμών.

Τα πρώτα βήματα

Αν δε ναυάγησες στις λίμνες 
των παιδικών παραμυθιών
αν δε ξεθώριασαν οι μνήμες
των μακρινών των ουρανών...

Μην ψάχνεις άλλη πρόφαση
στου γαλαξία τις σπείρες
και πάρε την απόφαση
που ποτέ δεν πήρες.

Κάνε τα βήματα τα πρώτα
και μην κολλάς πουθενά
μύρισε πώς ακούγονται τα φώτα
όλος ο κόσμος μια σταλιά
Δεν υπάρχει νωρίς 
δεν υπάρχει αργά
δεν υπάρχει το πριν 
δεν υπάρχει μετά.              

Αν δε σε θάμπωσαν οι χάντρες 
αν δεν την πούλησες φτηνά
αν βγήκες έξω από τους χάρτες
αν είσαι ακόμα μακριά...

Μη ζητάς δικαιολογία 
στις άλλες διαστάσεις
ξέρεις την αναλογία
ξεκίνα κι όπου φτάσεις.

Κάνε τα βήματα τα πρώτα
και μην κολλάς πουθενά
μύρισε πώς ακούγονται τα φώτα
όλος ο κόσμος μια σταλιά
Δεν υπάρχει νωρίς 
δεν υπάρχει αργά
δεν υπάρχει το πριν 
δεν υπάρχει μετά.


ΜΙΑ ΚΟΥΠΑ ΚΑΦΕ

Σε πόσες κούπες καφέ να ναυάγησα;
Πόσα φλιτζάνια να συντρόφευσαν
τις ώρες της σιωπής,
τις ώρες της γραφής,
τις ώρες της αποστροφής,
τις ώρες τις αποσιωπητικές…
Τα πρωινά της ελπίδας,
τα δειλινά της ματαίωσης
Τις μέρες της αυτo-απόρριψης,
τις νύχτες τις αυτo-εξόριστες

Κούπες αμέτρητες
την ψυχή μου άχνισαν,
σ’ όλα τα χρώματα, σ’ όλα τα σχέδια,
για να ‘χει καθεμιά
καινούργιες ιστορίες να διηγιέται
Κούπες χαρούμενα ζωγραφισμένες,
το μέσα τους μαυράδι να παραμυθιάζουν·
τη θέρμη του κρατώντας,
τη μυρωδιά του ευωδιάζοντας 

Ένας καφές, σχεδόν πικρός,
με… ολίγη μαύρη
σα μια μικρή, νότα γλυκιά,
σαν τρυφερότητα ελάχιστη
στην άνοστη τριγύρω μου σκληράδα·
της μέρας ευφρόσυνη στιγμή,
για να παλεύει

στο κατακάθι της ζωής


Συμπεριλαμβάνεται στην ποιητική συλλογή, «ΤΟ ΠΕΤΑΓΜΑ ΤΗΣ ΕΥΡΥΔΙΚΗΣ»

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΔΙΑΦΥΓΗ

Μέσα από την προσποίηση όλων
των αναλώσιμων εαυτών μου
γίνομαι ειλικρινής.

Επιστρέφοντας από την τελευταία διαφυγή μου
σε οικείο παρελθόν
βρήκα τον παλιό εαυτό μου
να πειθαρχεί στη νοσταλγία
ενός άλλου κόσμου
μεταξύ κέρινων ομοιωμάτων
και αντικειμένων χωρισμού
παραταγμένα με θρησκευτική ευλάβεια
σαν ακριβές μνήμες φυλαγμένες
στις πιο κρυφές γωνιές της θύμησης
σαν ένα σημείωμα που άφησε κάποιος
που με αγαπούσε, όταν δεν ήμουν εκεί.

Επιστρέφοντας από τις αδιέξοδες οδούς
και τα μονοπάτια του χρόνου
βρήκα τον άνεμο να φυσά
μέσα από τις κουρτίνες
και ένα χαμόγελο
να κρέμεται στο δωμάτιο


και έναν μικρό θάνατο
φτιαγμένο από σιωπή

και υγρό άρωμα.

Ο ΕΚΑΝΤΟΤΑΕΤΗΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

Άνοιξα τα μάτια με πολύ κόπο 
Είμαι στην ίδια θέση όπως πριν 
Μα πρέπει να πέρασαν εκατό χρόνια 
Μια και το σύννεφο που είχα κολλήσει στη δική μου 
   γωνιά τ‘ ουρανού 
Έχει πια ξεκολλήσει κι ένα δέντρο 
   με μαύρα φύλλα 
Είναι τώρα στη θέση του
Είναι κλειδαμπαρωμένο το παραθύρι 
Ενώ το κορίτσι είναι πια γυναίκα που δραπετεύει από το στό-
   μα της 
Και λημέρι το στόμα μου κάνει κρύβεται στις λέξεις μου 
Το σώμα της οι έλξεις μου και το παράπονό τους

Θ.Δ.ΤΥΠΑΛΔΟΣ-Από την ποιητική συλλογή "Τα Θολωμένα Μάτια της Στίλβης"-εκδόσεις Φαρφουλάς, 2016

Υπέροχοι Ηττημένοι... ή Οι αναπάντεχοι εμείς...

Παίζαμε κάπως επικίνδυνα...ρεφάροντας τη λαμπερή μας ήττα
Στο φως...που οι σκιές παραπονιόντουσαν πως δεν αντέχουν τόση ευτυχία
Και με που τόση αυταπάρνηση στεφάνωνε την μαυροφορεμένη έξαψή μας....

Στα λαγγεμένα πλήθη αναπαύονταν οι βραδινές μας επιδόσεις
Κι όλες οι εξισώσεις που  θεριέψανε την κοσμική μας πλάνη...
Και τα οράματα ενός νέου ανθρωπότυπου στη φαντασμαγορία των ειδώλων...
Που ως υπεράνθρωπος υψώθηκε χτίζοντας αχυρένιες μέρες..
Και ένα Εγώ, που δεν αντέχει δευτερόλεπτο...στις πιο βεγγαλικές ψυχές μας

Κι όλο μας λέρωναν...
Οι νίκες μας, οι αγώνες μας  κι ένδοξοι νεκροί μας
Οι παρελάσεις κι οι εξέδρες μας, οι βασιλείς και οι Ροβεσπιέροι
Οι μυρωμένες εξεγέρσεις μας, που πνίγανε τα πιο καλά παιδιά μας...

Γονατιστοί...και έρποντες για τους αγέρωχους μας πόθους!
Ασήκωτοι για το ανάλαφρο της ύπαρξής μας
Λίγοι για το πολύ μιας άλλης ένδοξης ευδαιμονίας...

Σακατεμένοι από στο  χρόνο που ευθύς γεννάται να συνθλίβεται...
Και από τη σάρκα που συμβαίνει έτσι αβίαστα με βία
Μ 'αοριστίες και με βήματα αργά και τεθλασμένα,

Υπέροχοι ηττημένοι...
μιας έναστρης καθαρότητας, που ξεκληρίζει  Αττικές μας ψευδαισθήσεις...

Εμείς τώρα του κόσμου οι αναπάντεχοι!
Κραδαίνοντας...
Συντρίβοντας...
Πλημμυρίζοντας...

Τον υπέροχο απαστράπτοντα μινιμαλισμό της Σύγχρονης Ιδέας...

Να χορεύουμε...στη λαμπερή περφόρμανς των ασάλευτων ειδώλων

Αναγνώστες

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ekpoiisi@yahoo.gr

ποίηση στην εποχή της εκποίησης

ποίηση στην εποχή της εκποίησης