η ποίηση στην εποχή της

η ποίηση στην εποχή της

ΤΑ ΔΕΔΟΥΛΕΥΜΕΝΑ

Αυτά τα χέρια 
τα δεδουλευμένα μπόρεσαν 
αγαθά απέδωσαν και χάρες έκαμαν τόσες
που ξέχασα πως προορισμός τους ήταν
να χαϊδεύουν το σώμα σου
Με ρωτούν τις νύχτες 
Πού να ακουμπήσουμε τώρα που δεν μας βλέπει ο ήλιος
Τι να αγγίξουμε άλλο που να΄χει ζωή απ΄τη ζωή σου
Φέρε μας το σώμα του πίσω,φωνάζουν
είμαστε άπραγα και άδεια
άδικα που ζούμε χωρίς χάδια
Αυτά τα χέρια 
διεκδικούν την αμοιβή τους
Αυτά τα χέρια 
διεκδικούν ζωή απ΄τη ζωή μου

Το νόημα της ζωής

Εάν
φύσει
δεν είναι δυνατό
μα εντελώς αδύνατο 
να ζει κανείς στη μοναξιά  
μόνος χωρίς συντρόφους
ενώ το ζην κερδίζεται
πάντα μαζί με άλλους
κυρίως με το δούναι
και με το ‘‘συμφιλείν’’,
ακόμη πιο αδύνατο
χώρια τους το
ευ ζην.

Γι αυτό,
μην ψάχνεις μάταια να βρεις,   
ποιο είν’ το νόημα της ζωής
και σύμφωνα να ζήσεις˙
δεν έχει νόημα η ζωή˙
να ζεις το νόημά της.
ΝΑ ΖΕΙΣ,
όσο μπορείς συμβάλλοντας 
στο πανανθρώπινο εμείς
και ούτω ευ πράττων
και στο δικό σου
το ευ ζην.

Ο ΕΚΑΝΤΟΤΑΕΤΗΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

Άνοιξα τα μάτια με πολύ κόπο 
Είμαι στην ίδια θέση όπως πριν 
Μα πρέπει να πέρασαν εκατό χρόνια 
Μια και το σύννεφο που είχα κολλήσει στη δική μου 
   γωνιά τ‘ ουρανού 
Έχει πια ξεκολλήσει κι ένα δέντρο 
   με μαύρα φύλλα 
Είναι τώρα στη θέση του
Είναι κλειδαμπαρωμένο το παραθύρι 
Ενώ το κορίτσι είναι πια γυναίκα που δραπετεύει από το στό-
   μα της 
Και λημέρι το στόμα μου κάνει κρύβεται στις λέξεις μου 
Το σώμα της οι έλξεις μου και το παράπονό τους

Θ.Δ.ΤΥΠΑΛΔΟΣ-Από την ποιητική συλλογή "Τα Θολωμένα Μάτια της Στίλβης"-εκδόσεις Φαρφουλάς, 2016

ΑΠΛΟΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ

Τελευταία έχω ενδυθεί τον ρόλο του παρατηρητή.
Παρατηρώ αχόρταγα τις ανθρώπινες μορφές,
στις τράπεζες, τα σούπερ μάρκετ, τα μέσα μεταφοράς.
Να, τώρα κοιτάζω αυτές τις νεαρές τσιγγάνες 
που μπήκαν στο λεωφορείο μιλώντας ζωηρά, φωνάζοντας έντονα,
χειρονομώντας αναιδώς.
Βλέπω και κείνη την αυστηρή κυρία με τον κότσο που στέκεται παγωμένη
σε πρόωρη ακαμψία, κουνώντας ίσα-ίσα το κεφάλι της
με μια έκφραση οστεοπορωτικής, δήθεν αστικής αξιοπρέπειας.
Δεν της αρέσουν οι εντάσεις.
Η αυτού ταπεινότης αναζητούσε ανέκαθεν τον αποδιοπομπαίο τράγο.
Πως αλλιώς θα παρηγορήσει τον εαυτό της για την διαρκή καβάλα των ανώτερων κλιμακίων;
Δε γνωρίζω πια τί εκφυλίζει περισσότερο τα χιλιάδες άψυχα ζόμπι που κυκλοφορούν ανάμεσά μας. 
Η πατρίς, η θρησκεία ή η οικογένεια.
Σίγουρα ο γιος της θα αναζητά αυτή τη στιγμή τη δόση του,
σε κάποιο παρκάκι στην Ομόνοια, 
σκέφτομαι και αφαιρούμαι ξάφνου από το τοπίο
καθώς διασχίζω τον δρόμο πλαγίως
και μια τεράστια νταλίκα κινδυνεύει να με πατήσει.
"Τι συμβαίνει κοπέλα μου"; ρωτάει έξαλλος ο οδηγός. "Δεν μπορείς να περπατήσεις ευθεία;"
"Ευθεία;" τον ρωτώ κοιτάζοντάς τον με απορία.
"Προσπάθησα κάποια φορά, ατο μακρινό παρελθόν, αλλά ήταν ήδη κλειστός ο δρόμος."

ΘΕΡΑΠΕΥΤΕΣ …ΘΕΡΑΠΕΥΤΕΙΤΕ

Ε….Εσείς θεραπευτές του πόνου
λησμονήσατε να μοιράσετε
τα ψίχουλα της καρδιάς σας
στους βαριά ευπρεπείς …
Το ίαμα ξεχάσατε, και το πουλάτε
σε μικρές δόσεις θανάτου
για να ξεπληρώσετε το χρέος σας
που έχετε υπογράψει με την κόλαση…
Την αγάπη δεν θα την βρείτε
στα πολυτελή μαγαζιά που ανοίξατε
στα δάχτυλα που καίγονται στον πυρετό
μετρώντας τα χρηματοκόκκαλα ασυνειδησίας
Ε…Εσείς θεραπευτές …θεραπευτείτε…
ο χρόνος τελειώνει πάνω από την αποθήκη
όταν τα αποθέματα βαριανασαίνουν…
ο φθόνος μεγαλώνει …και η αγάπη επίσης …
Μην σκοντάφτετε σε λάθος πέτρες …
Σταθείτε εκεί που το λουλούδι
φύτρωσε μόνο του στην ένωση
των δυο παραθαλάσσιων βράχων …

προς ένδειξη μεταμέλειας και ευθιξίας …

MAXH EΠΙΒΙΩΣΗΣ

Μή γυρίσεις το κεφάλι αν με δείς
να πουλώ στυλό στους δρόμους
θάναι που ήρθαν, τα χρόνια που σου έλεγα
κι έπεσαν και στους δικούς μου ώμους.

Χάρισέ μου τότε, μιάς στιγμής χαμόγελο
μιά ματιά αετίσια
θέλει κότσια σε καιρούς προσκυνημένους
να περπατάς με την ψυχή σου ίσια.

Μην κοιτάξεις τα παγωμένα χέρια μου
που θα τρέμουνε στο κρύο
θάναι που θα κοιτώ να σώσω την καρδιά μου
απ' της μιζέριας το ψυγείο.

Το μαντήλι σου μοναχά
άστο επίτηδες να πέσει
να κυλίσει μπρός στα πόδια μου
το αίμα μου να δέσει.

Το αίμα που θα χύνεται
απ' του κρανίου μου την βρύση
λόγω σκέψης που ξοδεύω, χρόνια για να βρώ
της επιβίωσης την λύση.

Ενοχή

Βάλτωσε η νύχτα στις παρυφές της αγωνίας

Έτρεχε στην τσιμεντένια άσφαλτο
όλο και πιο γρήγορα
Βραδινός προπονούμενος
Με κατεβασμένο σκουφάκι στ΄ αυτιά
Κάτω απ΄το δέρμα του η ενοχή
γλίστραγε υγρή
Πέρασε ώρα
Το χαλασμένο φανάρι άναψε ένα κοραλλί που φωσφόριζε
Σιγά σιγά το έδαφος άρχισε να βουλιάζει
Πρώτα, αισθάνθηκε δάχτυλα να αγγίζουν τη φτέρνα του
Κοντοστάθηκε
Ξεγελάστηκε πως ήταν κράμπα
Όμως ήταν δάχτυλα
Τότε θυμήθηκε τη γάτα με τα λιωμένα έντερα
που σερνόταν στο δρόμο
όταν έπεσε πάνω της με τ΄αμάξι.

Πιο γρήγορα, πιο γρήγορα

Η άσφαλτος λιώνοντας σε σπείρα τον τύλιξε
θάβοντάς τον μέσα.

Έπειτα έγινε ησυχία
για τους επόμενους μήνες, η μοναξιά
θα σβηστεί από τις θεωρήματα της συνήθειας
                   από  τα αξιώματα των κινήσεων
στο ενάμιση τετραγωνικού σώματος
θα συγκατοικήσεις με ένα πρόσωπο
παραδομένο στην τυφλή του αυταρέσκεια
καταναλωμένο σε ένα συμβόλαιο ανάπτυξης

Από την ποιητική συλλογή της Βασιλικής Λόη «Μελιδόνι» (Νοέμβρης 2016)

ΑΤΙΤΛΟ


Η ζωή είναι άτιτλη, δεν είναι έτσι; Επιπλέει
σαν λάδι παστέλ σε καθαρό νερό, σαν ένα επίχρισμα
φωτός σε μια λίμνη, ή σαν μια αντανάκλαση
σε θαμπό γυαλί, όπου έχουν σβηστεί
οι εικόνες, μέσα σε κάδρο ωστόσο,
κινούνται στα ακαθόριστα, φανταστικά τους όρια
αλλάζοντας συνέχεια πρόσωπα και σχήματα.

Ο καλλιτέχνης ξέρει: έχει να κάνει
με τη μορφή και το χρώμα
μπερδεύοντάς τα, βρίσκει την απάντηση
στις σιωπηλές ερωτήσεις τους.
Μετά την τελευταία πινελιά κάνει ένα βήμα πίσω, ευχαριστημένος,
αποκαλεί το έργο τέλειο,

του βάζει μια κορνίζα και το ονομάζει "Άτιτλο".

Περνάς

Μέσα απ' της πόλης
τα στενά περνάς,
πόνο κι ανάσες
και χαρές
μετράς...
τ' αρχαίον κάλος
με τον τωρινό καημό
μπλεγμένα,
κάποια χαμόγελα
κρυμμένα....
να βρεις αλήθεια,
πρέπει να το ψάξεις,
κάτω από
μαλλιά βαμμένα
κι από μπότοξ
στις ρυτίδες,
πονάει η αλήθεια
κι άμα ρωτήσεις,
ψάχνουν
πολλοί να τηνε βρουν
μα εσύ λες πως την είδες...

ΣΤΙΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ

Πιάστηκε μυστικά το φεγγάρι
-για λίγο -
στα σιδερένια πλέγματα της νύχτας .
Και οι κραυγές των σκυλιών
σκέπασαν την πίκρα των εραστών.
Έσβησε η αγάπη  
στους λάκκους των χοιροβοσκών,
αργά το δειλινό …
Και απέμειναν τα σήμαντρα
σκουριασμένα στους ξεχασμένους ναούς
να θυμίζουν μακρινές δόξες
νικημένων βασιλείων …
Μάταια περίμεναν οι πιστοί στους ερειπώνες
τον αέρα να δροσίσει τις ελπίδες
κείτονταν ξερές σαν κόκκαλα νεκρών γύρω
από αρχαία χαλάσματα …
Η ζωή έφυγε ολότελα
από τις καστροπολιτείες του νότου …
Έμεινε η μοναξιά, ακέραιη
ελαφρά θλιμμένη 
έχοντας για συντρόφια λέξεις δίχως ήχους …

Γέννημα της Αφροδίτης

Γέννημα της Αφροδίτης
Πώς γίνεται τα χρώματα 
να δραπετεύουν απ' το ουράνιο τόξο
χορεύοντας στην υδρόγειο
γύρω απ' τον κρόκο
στο ασπράδι,
να ξεθωριάζουν στη μορφή σου.
Γέννημα της Αφροδίτης
Πώς γίνεται σ' ένα βλεφάρισμα του χρόνου
Οι δροσοσταλίδες που χαϊδεύουν το ναό σου
να φιλούν ντροπαλά την ηλιαχτίδα.
Γέννημα της Αφροδίτης
με αρετή μα δίχως στίχο,
γι' αυτό το περιθώριο στο χρόνο
τη δύναμη του νού
και τη θέρμη στην καρδιά.
Γέννημα της αφροδίτης
Πώς γίνεται τα χρώματα
που σε ραντίζουν στον ύπνο σου
παγερή ματζέντα, κόκκινο, κίτρινο και σκούρο μπλέ
απαλά να σχηματίζουν τα όνειρά σου.
Γέννημα της Αφροδίτης
Πώς γίνεται τα χρώματα
που ξεφεύγουν από το ουράνιο τόξο
να ξεθωριάζουν στη μορφή σου.

Μικρό παιδί

Σελίδες



Κάνοντας περιπετειώδεις ονειρώξεις

πήρα πολλές σελίδες παράδοσης

πετώντας τις, στις 6 ή στις 2 γεύσεις,

μέσα στο σεμινάριο της ακαμψίας,

ποδοπάτησα μιά οχιά κραυγαλέα

και προσήλθα διευρυμένος

με τροποποιημένους στόχους.



Μια ανάμνηση από τρύπες

δημιούργημα  εκθεσιασμού

ασυγκράτητα και ασύγκριτα

γίνονται και θα γίνουν

στη τσέπη οι όψεις

των κτηρίων και των προσώπων

γιατί όλοι νοιάζονται.



Δύσμορφες χοντρές κωμωδίες

αποσιωπημένες τραγωδίες

παίρνοντας πίσω και αφήνοντας

ψεύτικους ενθουσιασμούς

σίγουρες επιλογές ατμόσφαιρας

ωμές διαπιστώσεις από ταλαντούχους ηλίθιους. 



Οι ρυθμιζόμενοι ήχοι επικοινωνώντας,

ενισχύουν μετωπικές διαπραγματεύσεις

σε πολυπόθητα στάδια εκκίνησης

αρμενίζοντας σε χαμένες επαναλήψεις

ψάχνοντας στα σκουπίδια λάμψεις,

ξεσκονίζοντας όνειρα και ελπίδες σβηστές.

ΣΤΟ ΠΟΡΤΕΤΟ ΜΟΥ ΜΙΛΩ

Ανάμεσα στο πρόσωπο μου
και στο πρόσωπό μου
ένα αδυσώπητο εγώ
παρεμβάλλεται

Ανάμεσα στο πρόσωπό μου
και στο πρόσωπό μου
μια τρυφερή μορφή παιδιού
διαγράφεται

Ανάμεσα στο παιδί
και στο εγώ
η μοίρα επιφυλάσσεται

ΓΡΑΒΑΤΑ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΑΙΔΟΥΣ


Άρχισα να ξηλώνω
τα ρούχα μου,
ώσπου έμεινα γυμνός
στη μέση του πουθενά
φωνάζοντας
σε μια γλώσσα άγνωστη
(έτσι κι αλλιώς
ποιος θα με καταλάβαινε;)
μα δεν με συνέλαβαν
για προσβολή δημοσίας αιδούς.
Για να σταματήσω τις φωνές
με κέρασαν αψέντι
και μ’ έντυσαν στην τρίχα,
όμως τα κορδόνια μου
δεν ταίριαζαν
με την γραβάτα τους.
Δεν άφησα ρέστα
για πουρμπουάρ.
Δεν σκόνταψα διαγωνίως.

ΣΥΛΛΕΙΤΟΥΡΓΟ

Μόνοι κι ανήλιαγοι από το βλέμμα του θεού
και απροστάτευτοι πια από την ιερή του μέθη,
καταφύγαμε χωρίς θρήνους στη σιωπή και τις μνήμες,
για να μοιραζόμαστε στον ασάλευτό τους ίσκιο
της μοναξιάς την αθωότητα και το φέγγος
και ν’ ακούμε την ηχώ της κρυφής φυγής στο όνειρο.
Και πορευόμαστε με απουσίες και παραιτήσεις
πίσω απ’ τις αντηλιές του χρόνου,
αδέξιοι δραπέτες απ’ της ψυχής τα πάθη,
σ’ έναν μικρό και ασπούδαστο πηγαιμό,
χλωμοί οδοιπόροι στην ωριμότητα του φόβου,
της σύνεσης και του συμβιβασμού.
Μικρή πομπή ο κόσμος και η ζωή λιτανεία
για της ψυχής το άνθισμα, του νου το στρατοκόπι 
για τη σπονδή στον έρωτα, στην έκσταση και το θαύμα.
Χωρούσαν οι αλήθειες μας σε  μια ματιά 
κι ορίζαμε μ’ ένα  λόγο της ταύτισης το λευτέρωμα,
τ’ ανθρώπινο κι ανέσπερο, στη δοκιμή του αιώνιου.
Κι απόψε, ασυντρόφευτοι στασιαστές και συνοδοιπόροι ,
σ’ ένα συλλείτουργο ομολογιών και παρακλήσεων,
μνημονεύουμε σπαραγμούς και ολοκληρώσεις
και μικραίνουμε  την άβυσσο της  ανάγκης
για να μην έχουμε στη στέρηση ψευδαισθήσεις,
παρά φως και χρώματα από τόσες αναμνήσεις

Δεν υπήρξαμε ποτέ…

Δεν υπήρξαμε ποτέ…
Μόνο στον ήχο του ανέμου
που φιλάει το εκκρεμές…
Μόνο στον ορίζοντα
της θάλασσας, που γίναμε
κόκκινοι γίναμε μπλε…
γίναμε μωβ…
Μόνο εκεί που έφτανε
το απλωμένο χέρι σου…
Εκεί που έπιασες
τον Αύγουστο
και τον έκανες άγριο…
Μόνο όταν μου είπες,
σβήσε στο σκοτάδι…
σ’ αγαπώ…

Αρμονία.. 

Κλωσσούν οι ουρανοί το αύριο κι είναι των θεών οι ασπίδες γυαλισμένες..
Μα νά, κοιτάξτε κεί! στα δυτικά! οι μέλισσες στρατεύτηκαν.
Ένα σπουργίτι απόψε άρχισε αντίσταση, καιρός να πάμε κι άλλοι
 με το καυκάλι της χελώνας και βέργα λυγερή ας οπλιστούμε!
Ένα κλωνάρι κορμάκι λουλουδιού στα χείλη θα φυτρώσει..

Χτίζεις κάθε στιγμή το σπίτι της μεγάλης βροχής και ανάβεις το κερί του ταπεινού και κόβεις το ψωμί του τρομαγμένου μέρα τη μέρα..

Τραβάς το σχοινί της καμπάνας για να στείλεις τα περιστέρια πάνω απ΄τα σπιτια των ανθρώπων..

Αφήνεις τα παιδιά να σου περνούν λουλούδια στα χέρια..

Ετοίμασε τον ψαλμό της αδελφοσύνης να γαληνέψεις..
Η μάνα μας με την άσπρη της ποδιά κοιτάζει το ξύλινο εικονοστάσι της ικανοποιημένη και ανάβει το καντήλι των 
φάρων..


Είμαστε ένα παιδί.. 

ένα παιδί στη μέση της άνοιξης..

Τα βράδια οι άγγελοι γυρνούν ανάμεσα στα στάχυα 

και τις πορτοκαλιές με τους αρχαίους κίονες 
γδύνονται και γελώντας κολυμπούν στο ρυάκι..

ΔΥΣΑΓΩΓΟΣ ΛΑΟΣ

Οταν θα λουλουδίσουνε οι παλάμες σου

και θάχεις θάρρος

Οταν θα σπιθοβολείς γαλάζιο

και δεν θα καταπίνεις ερημιά

Θέλω να στέκεις σαν ιστός

Στη μέση του Στρατώνα.

Να σε κοιτούν οι αμνήμονες

Κι εγώ να καμαρώνω.

Μην ξεχαστείς.

Καιρός του σπείρειν …

Καιρός του σπείρειν˙
πικρός κι επώδυνος καιρός˙
γλυκαίνει
από την προσμονή
της άνθισης και της καρποφορίας,
που γίνεται υπόσχεση καλής συγκομιδής.

Καιρός του θερίζειν˙
ίσως και πιο κουραστικός
ίσως και πιο επώδυνος
(θέρος,  τρύγος πόλεμος)
μα είναι γλυκιά η οδύνη του˙
γλυκαίνει απ’ τους καρπούς.

Όμως … εάν,
ενώ  να σπείρεις πόνεσες,
δε βρίσκεις να θερίσεις
ο πόνος είν’ αφόρητος,
κατάθλιψη η οδύνη ˙

κι ακόμη πιο αφόρητος εάν,
μετά το θερισμό
κλέφτες, ληστές, κατακτητές
αρπάξουν τη σοδιά σου˙
τότε…

γεννιέται  έκρηξη.  

Αναγνώστες

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ekpoiisi@yahoo.gr

ποίηση στην εποχή της εκποίησης

ποίηση στην εποχή της εκποίησης