η ποίηση στην εποχή της

η ποίηση στην εποχή της

ΑΠΟΔΗΜΟΙ ΕΑΥΤΩΝ (Β.Α.)

Γυμνά  κλαριά
κρυοπλαγιές
ντυμένες στις ομίχλες
όπου γιρλάντες τις φορούν
ποδόγυρους τις βάζουν
σαν σκόρπιες και αργόσυρτες τα λάγκαδα ανεβαίνουν
ψηλά να φτάσουν
τις λευκές κορφές να κατακτήσουν
ψηλές και φεγγαρόφωτες και κορφοανταριασμένες.
Μες τον καθάριο φωτεινό τον καθαρόχρυσο ήλιο
που κάνει χιόνι ολόασπρο λευκότερο ακόμα
δώρο του γέροντα Αντριά*
στη γέννα του Χριστού μας
και στράτα για το έλκυθρο καλόκαρδου Αϊ Βασίλη.

Κι όλα μιλάν μες τη σιωπή την παραπονεμένη
ξερολιθιά και χωραφιές
σχολειά και εκκλησούλες
και σπίτια έρμα
σφαλιστά
που δε θ’ ανοίξουν φέτος
παππάς να διάβει να ευχηθεί και να ξεπαγανίσει
με του Σταυρού το νήστεμα
Φωτών τα ουρανοίξια.

Απόρφανος
και πάντερμος απόμεινε ο τόπος
σαν τα ζερβά
που συντροφιά το γυαλοπάι* έχουν
κι  αητό λεβέντη των βουνών 
νυχοκρουσταλιασμένο
και μία θλίψη εκστατική
στ’ αγνάντεμα αφήνουν
στης χειμωνιάτικης καρδιάς την νεφελή εσπέρα.

Γενεές διαβήκαν
από δω
μέρες περάσαν χρόνια
σε τούτα τίμια τα φτωχά του χρόνου τα καγκέλια.
Με τ’ άστρα της ανατολής
μ’ αστερισμούς της δύσης
φεγγάρια καλώς ώρισαν
τους ήλιους χαιρετίσαν
την ταπεινή της Βηθλεέμ θυμιάτισαν ψυχή τους
σ’  ένα απέριττο λιτό  παλιό εικονοστάσι
λευκές πατώντας χειμωνιές
σε μάγων πάνω αχνάρια.

Με γέρικο καματερό τον τόπο τους οργώσαν
κακοχρονιά σαν τύχαινε
και σκούρτισμα* πολέμου
του χάροντα οι θερισμοί
των δυο λοιιμών οι γέννες.

Κι αντριωμένοι έζησαν κι ακρίτες
προσδιαβήκαν
φύλακες
άγιων αξιών της ιερής πατρίδας.

Μα άπληστο το ανθρώπινο
και φιλαργυροφίλο
και τ’ αργυρίου η τιμή ανέντιμο το κάνει
όπου σεβάσμια πατεί
ιερά τα βεβηλώνει
για της υπερηφάνειας την ματαιοδοξία

που ’στειλε τους απόγονους
σε πόλης καλντερίμι
να τριγυρίζουν
στα χλωμά τα βουερά σοκάκια
αιχμάλωτοι της σκέψης τους
πολιτισμού τα θύμα
ως να χαθούν
να ξεχαστούν
αγάλια για να σβήσουν
μες σε τσιμέντα ανάνθιστα
και σε μουντά μπαλκόνια
δίχως ποτέ να ξαναδούν της γέννας τους τον τόπο
των λωτοφάγων πια οι γιοί
της Χάρυβδης οι κόρες

Αντριάς*       =  Δεκέμβριος
Γυαλοπάι*    = Ανήλιος παγετός
Σκούρτισμα* = Λαχνός, κλήρωση

Μελιδόνι -4- (Λόη Βασιλική)

το ακόρεστο μάτι της ανάγκης
χάντρα στο προσκεφάλι σου
ανυπότακτη, μαζεμένη από τη σοδειά
τριάντα μη με λησμονεί χρόνων.
αμήχανος  πια στη άκρη της μέρας
που περίμενες , τα μικρά ντροπαλά άνθη
να θρέψουν την ανεπάρκεια
του πόθου σε πληρότητα

εξομολόγηση σώματος σε πράσινο φανελάκι
τοιχογραφία από χέρι άκρατης οινοποσίας
ρηχή διάλεκτος στο ύψος μιας σταγόνας
με παραλήπτη τα χείλη του αιθέρα
να μην λούζουν την προσπάθεια στο άπειρο
μένουν κόμποι στης χειραφέτησης τα άκρα
να ακονίζουν τις λέξεις στον ορίζοντα
βγαίνει η ηχώ ξεκούραστη το μεσημέρι
Από την ποιητική συλλογή «Μελιδόνι» της Βασιλικής Λόη, Νοέμβρης 2016

Αισθητική συμφωνία (Δημουλάς Χρήστος)

Κατήφοροι-ανήφοροι, ζέστη-κρύο. Όπως όλη μας η ζωή καλή μου. Αμέτρητες φορές, πάνω-κάτω οι ψαρότρατες μες στο γαλάζιο ουρανού και θάλασσας που χάνονται πέρα απ' τ' άνυδρα βουνοτόπια,που δεν λέει να φυτρώσει ούτε ένα δεντράκι. Τόση ηρεμία, τόση χαλαρότητα στο καθετί. Λες και ο χρόνος σταματά, λες κι όλα έχουν ελευθερία κινήσεων σε μια αισθητική συμφωνία των πάντων. Κάθε στιγμή ολάκερος πόθος μιας ζωής. Ηλιόσπαρτο πρωί μες στα στενά σοκάκια του νησιού κι όλα θυμίζουν σπαρμένη γη μαλάματα, με χίλιες αγκαλιές, χαρές που θέλεις να βάλεις στο τσεπάκι. Δική σου η χώρα με τα καλντερίμια αντάμα, όαση φρουρούμενη έναντι  των δοντιών του Τίποτα, που είναι καλά ακονισμένα. Μήτε να χρωστάμε κανενός κι ούτε να' χουμε παρτίδες με εικόνες του Ανούσιου, του Εφήμερου τις στράτες. Μήνυμα μου' στειλες, γεύσου καλά εκεί την ηρεμία, εδώ γεμίσαμε βάρβαρους, μα είναι που σ' αγαπώ πολύ για να σ' αφήσω μες στην αγκαλιά τους. Πολλές φορές είναι- όπως τώρα- που' ρχεται κείνη του φόβου η φωνή και βροντά ξανά την πόρτα της ψυχής μας.
Πολλά τα ονόματά της. Πρέπει την φωνάζουν πιότεροι. Ανάγκη την λένε άλλοι, κάποιοι τρέχουν να ξεφύγουν κι άλλοι πάν ίσια μες στην αγκαλιά της.
Κι ενώ η καρδιά ατρόμητη, φοβέρα δεν την πιάνει, λοξές ματιές πέρα-δώθε στα κρυφά πάντοτε τις κάνει. Ο Ήλιος τότε ντρέπεται κι ο Ουρανός δακρύζει, μα ευτυχώς κρατούν καλά κι οι δυο κι ο φόβος  γη δεν πιάνει. Ρίγανη ευτυχώς μυρίζει το σπίτι μας ακόμη, βασιλικό, θυμάρι, σκορπίζοντας θανατικό στου Τάρταρου τα βάθη. Γι' αυτό και συ αγαπημένη τίποτα να μη φοβάσαι, θάναι ωραία η ζωή σαν γένει σαν γιαγιά μ' ένα τσεμπέρι που γητεύει κάθε απογόνους. Άκου πέρα απ' τα ψηλά πλατάνια που κλαίνε για νερό, μια φωνή τα ξεβασκαίνει τραγουδώντας τους αντίστασης τραγούδι.
Και νά, δώρα τους γεμίζει ο αγέρας και δυνατή, γιοματάρικη καρδιά ν' αντέχουν. Και συ, όλο να λες να σηκωθείς και να σε βαστάνε κάτι πράματα ολότελα δικά σου. Μια σειρά άτολμων βιβλίων στο γραφείο,μπουκάλια νερό που αδειάζεις να μην πονάνε τα νεφρά σου κι ένα κομματάκι πλαστικός σωλήνας που πλέκει τα όνειρά σου τάχα με ελπίδα. Είναι σκληρό να κοιτάμε αντιφατικές εικόνες, τη μια το γέλιο να' ναι βασιλιάς στο έμπα της αυλής και την άλλη η λύπη ξαφνική βροντή, σαν τα μάτια των γερόντων της υπαίθρου όταν ξαναφεύγουν παιδιά κι εγγόνια για την πόλη. Οι αλληλέγγυες αγκαλιές μας τότε διαφυγή, καταφύγιο και σκήτη, μια κουβέρτα πού 'δωσαν οι φύλακες σ' εξόριστους παγωμένους.

ΦΩΝΕΣ ΑΓΑΠΗΜΕΝΕΣ (Γκόλια Μαρία)

Βλέποντας τη θάλασσα καθώς ξυπνούσα,ένιωσα την υγρασία.Μέσα μου

κυλούσε απ΄την κορυφή ως τα νύχια  ποτάμι ηχηρό.

Δόθηκα στα νερά του.
Άκουγα φωνές που έβγαιναν από χορό πρωτόγονο ,εκστατικό.

Τις ακούς;
Άκαιγες φωνές για αγαπημό.
Αγάντζωτες φωνές για ταξίδια.

Τις ακούς;

Φωνές που ξεδιψάν από αναχέριγο αγνής σιωπής απόσταγμα.
Τις ακούς;
Φωνές αναφούφουλες για αγαλλίαση.

ΠΡΟΒΟΛΕΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ (Αλεξανδρής Γιώργος)

Κι αυτός , ένας από μας, ήταν προβληματισμένος.

Δεν είχε τίποτα να προσδοκά και να ονειρεύεται,
τίποτε να επινοεί ,να σχεδιάζει και να ελπίζει,
κι οι μέρες του έφταναν άδειες, με μιαν ανυπόφορη σιωπή
κι έφευγαν στεγνές, με μιαν αβάσταχτη ματαιότητα.
Αλλά και απογοητευμένος.
Δεν είχε τίποτα να θυμάται και να αναπολεί,
τίποτε ν’ ανακαλέσει, ν’ ακουμπήσει και να παραδοθεί
κι οι σκέψεις του ανήλεες, με μιαν αδυσώπητη προβολή
τον ισοπέδωναν σε μια βάρβαρη μοναξιά και οδύνη.

Ήταν η ζωή του μια αδειανή χεριά,
κύκλου μικρού ένα ρηχό σημάδι.

Και  τούτος,  ένας από μας, ήταν ησυχασμένος.

Δεν είχε τίποτα να αγωνιεί και να ανησυχήσει,
τίποτε να αναρωτηθεί, να φοβηθεί και να μετανιώσει
κι οι μέρες του περνούσαν σκυφτές, ίδια σχηματισμένες
χωρίς έννοιες και λογισμούς, δίχως ρωτήματα και ταραχές.
Αλλά και παραιτημένος.
Δεν είχε τίποτα να μνημονέψει και να δικάσει,
τίποτε να δαχτυλοδείξει, να μαρτυρήσει και να προβλέψει
κι οι σκέψεις του αμνήμονες σε μιαν ήσυχη πομπή
τον γαλουχούσαν λεύτερο στην τάξη και την αποφυγή.

Ήταν η ζωή του μια προσκυνηματική φτιαξιά,
ένας ανύποπτος, στρωτός και συρόμενος κόσμος.

Και κείνοι, πολλοί από μας, εσωστρεφείς και  πειθαρχημένοι..

Ασκήτευαν μοναχικοί σε αξίες και ευθύνες,
απόμακροι, απέλπιδες μπροστά από την εποχή τους ,
ενώ ο σωρός τυμπάνιζε σε ομήγυρες και συνάξεις
το θράσεμα της άγνοιας, το θρίαμβο της ανωνυμίας.
Αλλά και ευταξίας μέντορες και σωφροσύνης λειτουργοί.
Παλιών αρχών κελεύσματα οι απαντοχές και οι μνήμες,
η ιστορία, του φόβου αναπαράσταση και πίστης δοκιμασία.
Βαθιά θεώρηση ζωής και σμίλεμα ιδεών οι μύθοι,
τα πάθη αιώνια ηχώ κι αλήθεια οι ανάγκες.

Δικαίωση ζωής η αντίθεση και η συμφωνία φύση.
Στο αύριο οι μπροστάρηδες και οι ακόλουθοι στο πνεύμα.

ΑΝΑΣΚΕΛΑ ΚΟΙΜΟΥΝΤΑΙ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΑ ΣΠΑΡΑΓΜΑΤΑ (Δημητριάδης Α. Δημήτρης)

Οι πυγολαμπίδες ταξιδεύουν
από σύννεφο σε σύννεφο

όταν σπέρνει λάμψεις το φεγγάρι
κι ανοίγει δρόμους πάνω στα νερά

όταν τ’ αγρίμια σιωπηλά
τριγυρνάνε στο παράφορο
με μάτι διψασμένο.

Ανάλαφρες
κεντούν το σκοτάδι
με λέξεις που ξοδεύτηκαν χωρίς αντίκρισμα

τρυπώνουν σε περάσματα
τετελεσμένου χρόνου μακρινού

κοιτούν κι αφουγκράζονται
ψελλίζοντας φάλτσα ρεφρέν
ανομολόγητα μοιρολόγια.

Χαμηλώνουν
σκύβουν σε κοίτες αόρατες
σημάδια ψάχνουν
μια στιγμή αναμμένη

ακούν όσα δεν παίρνουν γιατρειά
ακούν τις ρίζες των δέντρων και κλαίνε.

Ανάσκελα κοιμούνται πάνω στα νερά
ανάσκελα κοιμούνται
μαζί με τα σπαράγματα.

Πατρίδα των καιρών , 43,44 (Δουατζής Γιώργος)

43.
Και σε παρακαλώ να μη ξεχνάς
πως
δεν υπάρχει πιο μεγάλη ενοχή
από την ανοχή μας
είναι πόλεμος μόνο με ηττημένους
οι σκοτωμένοι παίρνουν εκδίκηση
ως κι από τα όνειρά μας
αυτή η τεράστια ζωογόνα ανατροπή
που μοιάζει σκοτεινή
έχει στα σπλάχνα της πολύ
και σπάνιο κρυμμένο φως
αυτό το κύμα της οργής
μπορεί να πάρει ανατροπής μορφή
ανάτασης, δημιουργίας

44.
Μην ξεχνάς σου λέω μην
και είναι άγια η προτροπή
αφού
έτσι προστάζουν οι Ποιητές
οι ανάγκες, η δίψα, οι ελπίδες
όσοι απέμειναν άνθρωποι
τα αγέννητα, τα τωρινά παιδιά
έτσι προστάζουν
Να ήξερες με πόσο
λίγη αγάπη
θα άλλαζε ο κόσμος...

ΤΟ ΒΑΓΟΝΙ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ (Παπαγεωργίου Θ. Χρήστος)

Ταξιδεύουμε
στοιβαγμένοι στο βαγόνι του χρόνου
συντροφιά
με συρμάτινες κούκλες.

Σκουριασμένα τα χείλη
αποτυπώνουν
τη σιωπή της εξάρτησης.

Επίμονες αλυσίδες
δένουν τον ήχο
σε αυτοτελείς μπάλες
αφομοίωσης.

Το τρένο σφυρίζει.

Η απέλαση της φωτιάς
εξελίσσεται ομαλά.

Τα μαντήλια στο σταθμό
δεν έχουν άλλοθι
για να χαράξουν επαγρύπνηση
σ' ένα κομμάτι
καπνισμένο γυαλί.

Στον βαλτότοπο της εξαργύρωσης
οι συνειδήσεις λιμνάζουν.

Οι επιλήσμονες της Άνοιξης
καραδοκούν.

Ίσως
η κάθαρση ανατείλει
με τη μορφή
ενός
από μηχανής Θεού.

Γυάλινη αγάπη (Μπαλτσαβιά Θώμη)


Στις παρυφές ονείρων σεργιάνι ατέρμονο κάνω...ξυπόλητη..δίχως παπούτσια κι ας γεμίζουν τα πόδια μου αμυχές..δε θα συγκριθούν ποτέ με αυτές της ψυχής μου...
σε ψάχνω ορμέμφυτα με λύσσα όπως την πρώτη φορά κι ας ξέρω πως είσαι το τέλος μου...
ψυχανεμίστηκα από την πρώτη ώρα πόσο εύθραυστο είναι το όλο και το πάντα σου...σαν το δικό μου το ποτέ μοιάζει...
γυάλινη αγάπη ...δεν θα αργούσε η ώρα να ακολουθήσει τη μοίρα της..αυτή που έχουν όλα τα γυαλιά...
ό,τι κι αν έκανα σε λίγο σε μυριάδες θραύσματα θα περπατούσα με τα ίδια τα γυμνά πόδια...κάθε κομμάτι θα'χε το όνομά σου απάνω ανεξίτηλη σφραγίδα...
ένα μοναχά ράγισμα θα ήταν αρκετό...ένα μικρό κρακ να σπάσει τη σιγαλιά της νύχτας..
πριν ραγίσει αυτή η γυάλινη αγάπη...θα ραγίσει η νύχτα πρώτη..θα ραγίσει το φεγγάρι...ο θόρυβος της δικής μου καρδιάς σαν θα σπάει θα'ναι τόσο εκκωφαντικός που θα πάψουν να λαλούν τα πετούμενα σαν θα χαράξει..δε θα υμνήσουν τη ζωή τούτη τη μέρα..
μη..μη λες τίποτα...ό,τι κι αν πεις θα γελάσει η ματαιότητα...
ό,τι κι αν κάνεις δε θα εμποδίσεις το αναπόφευκτο...δεν αποφασίζεις εσύ...
αν πάλι στη φτωχή μήτρα του νου σου γεννηθεί ελπίδα πως θα κολλήσεις τα γυαλιά...μάθε πως τίποτα πιο φρούδο δε θα νιώσεις στο πετσί σου όσο ζεις...
γιατί το παλεύεις?εγώ το'ξερα και πάλι σε έψαξα με λύσσα...και θα το κάνω ξανά και ξανά...δε με νοιάζει που είσαι γυάλινος κι εσύ και η αγάπη σου...είναι σα σφαίρα μαγική...
είναι όμορφο το γυαλί...χάνομαι στην ψευδαίσθηση του αληθινού και στις αντανακλάσεις του βλέπω τα μάτια σου και κολυμώ ξανά..στα χέρια μου δεν είναι πια κρύο το γυαλί...
δε με νοιάζει κι αν κοπώ...άλλωστε δεν έχω αίμα πια μέσα σε φλέβες να κυλάει για να φοβάμαι μην πεθάνω..χιόνια λιώνουν και κυλάνε...όσο για μένα..έχω πεθάνει από καιρό...

Μελιδόνι -3- (Λόη Βασιλική)

το ακόρεστο μάτι της ανάγκης
χάντρα στο προσκεφάλι σου
ανυπότακτη, μαζεμένη από τη σοδειά
τριάντα μη με λησμονεί χρόνων.
αμήχανος  πια στη άκρη της μέρας
που περίμενες , τα μικρά ντροπαλά άνθη
να θρέψουν την ανεπάρκεια
του πόθου σε πληρότητα

εξομολόγηση σώματος σε πράσινο φανελάκι
τοιχογραφία από χέρι άκρατης οινοποσίας
ρηχή διάλεκτος στο ύψος μιας σταγόνας
με παραλήπτη τα χείλη του αιθέρα
να μην λούζουν την προσπάθεια στο άπειρο
μένουν κόμποι στης χειραφέτησης τα άκρα
να ακονίζουν τις λέξεις στον ορίζοντα
βγαίνει η ηχώ ξεκούραστη το μεσημέρι 
Από την ποιητική συλλογή της Βασιλικής Λόη «Μελιδόνι» (Νοέμβρης 2016)

Σκόνη (Νασόπουλος Νίκος)


Σκόνη μου λες
να γίνουμε
στο σύμπαν
και αστέρια,
μα εμένα
μου φτάνει
να κρατώ,
βράδυ
τα δυό σου χέρια,
με φεγγάρι
ολόγιομο
τ'Αυγούστου
κι είμαι
και πάλι,
σκόνη
από τ'αστέρια
κι απ'τη γη
και πάω
παντού
και ταξιδεύω

ΠΟΙΜΕΝΙΚΟ ΤΑΞΙΔΙ (Β.Α.)


Δέσαμε το μουλάρι μας
απ’ των αιώνων τα τραχιά ριζά
κάτω από αρχαίο χρόνο κοιμηθήκαμε
με τον παλιό τοξότη
σε δασό ανταμωθήκαμε
κι απ’ τις γεροντικές τις αντηλιές
το μονοπάτι πήραμε και κατεβήκαμε
ως τις παλιές φτελιές.
Χνάρι το χνάρι απάνω σκαρφαλώσαμε
μέχρι του λύκου τη φωλιά
σ’ απόμερη απόκρυφη μικρή σπηλιά
προγγίξαμε
μικρά αγριοπερίστερα
και ύστερα
ήπιαμε αυγές και δειλινά
στ’ αγαπημένα της ψυχής μας τα βουνά
φύσης τον πόθο λίγο να δροσίσουμε
τον αναμμένο
μέσα στο κατακαλόκαιρο
με το νεράκι της κρυόβρυσης στο πλώχερο
ντυμένο με νυχτιάς τα γνέματα
μες σε δασιά ισκιά πλατανορέματα
κι αλλού γεμάτο αστράκια
και απάνεμο τον πίναμε
όταν την πρωινή σελήνη σβήναμε
στο λυκαυγές της νέας μέρας
που ’φερνε  ο ακτινόφωτος αέρας
μαζί με το πρωτόλαλο πουλί
από του λόγγου την αυλή
κι απ’ της πλαγιάς τα άγια κυπροκούδουνα.
Κι αλοχωρίτικα και τ’ άλλα κούδουνα
μια νέα δημιουργούσαν συμφωνία.

Στις φυλλωσιές με τα κρυμμένα αηδονίσματα
πο’ πάνω στήσαμε εικονίσματα
τελώνιο του λάγκαδου
να μην το συντυχαίνουμε
σαν στρατοκόποι αλλαχού πηγαίνουμε
λεφτοκαρυές γκορτσιές κοιτάζοντας
και ποταμιές χωριά κι αυλάκια στάζοντας
σαν οδοιπόροι ανταμώναμε
κι όταν νυχτώναμε
πόσες μορφές τα θάμνα παίρνανε
κι οι κλάρες
από  τα κεδρά από πούρναρα από έλατα
που γέρνανε
σ’ ορίζοντες τους μυθικούς και μαγεμένους
και με τη δύναμη
της μυθοπλάστρας  της φυλής ιστορημένους.

Κι ακόμα το ταξίδι συνεχίζουμε
στης ιερής εκείνης της απλότητας ελπίζουμε
το αρχινισμένο το ταξίδι να τελειώσει.
Κι ύστερα μούλα νια να σαμαρώσουμε
σε νέο αιώνα
και την πραμάτια την καινούρια
να φορτώσουμε
για άλλες κορφές
για άλλες στρούγγες
άλλες ρούγες
εκεί ν’ αρμέξουμε
τα κάλυβα να κτίσουμε
με τ’ άστρι  το πρωινό να τα σκεπάσουμε
στου χρόνου μες στις στάνες
όλο να γυρίζουμε
με των βουνίσιων σταυραετών
τις τιμημένες
τις αθάνατες φτερούγες.

Κ Α Λ Α Ν Τ Α Π Ρ Ω Τ Ο Χ Ρ Ο Ν Ι Α Σ 2018 (ΧrIstoS)


(στους πολιτικούς αρχηγούς).

Από λαϊκή χορωδία

Εισαγωγή



Άργησα τα Χριστούγεννα

να βγω να σας τα ψάλω ˙

βρήκα τις πόρτες σας κλειστές

κι είχα εισπράξεις πενιχρές .



Γι αυτό για την πρωτοχρονιά

νωρίς θα σας τρατάρω

να σας προλάβω ανοιχτούς

μήπως και τα ρεφάρω.



Κι αν τότε σας τα έψαλαν

του έθνους οι ηγέτες

ο ‘‘Δίας’’ κι ο ‘‘Απόλλωνας’’

οι νεφεληγερέτες,

τώρα…

θα τους τα ψάλει ο λαός

σ’ ωραία χορωδία

τρίβοντας στα μούτρα τους

αιώνων κοροϊδία ˙

και …

θα τους τα ψάλει για καλά

να κλείσει η τραγωδία.



Πρόλογος



Τα κάλαντα που είπατε

τ’ ακούμε χρόνια τώρα˙

τώρα και μας ν’ ακούσετε

θαρρούμε ήρθε η ώρα.



Και θα τα πούμε λαϊκά

χύμα και τσουβαλάτα ˙

όσοι μας κυβερνήσατε

τα κάνατε σαλάτα ˙



σαλάτα μακεδονική

με δυο αυγά μελάτα

μη σας κοπεί η όρεξη

στα δείπνα τα χλιδάτα.



Κύριο μέρος



Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά

σπουδαίοι μας ηγέτες

που τη ζωή σας ζήσατε

αρχόντων υπηρέτες…



αρχιμηνιά και αρχιχρονιά

πουλήσατε κοψοχρονιά

τη χώρα την ομορφονιά

και ο μήνας έχει εννιά.



Καθίσατε επάνω μας

σαν την κακιά τη μόρα ˙ 

στον τοίχο μας εστήσατε

μας εκτελείτε τώρα ˙



να πάρετε σαν αμοιβή

αφεντικών διακρίσεις,

σε πονηρές off shor-ιες

μαύρες καταχωρίσεις,



λύτρα του ξεπουλήματος ˙

επαίνους και βραβεία˙

κι αφού εκαταργήσατε

την Κυριακή αργία,



βγάζετε τώρα στο σφυρί

τα σπίτια του κοσμάκη

χτισμένα με το αίμα του

και με ξερό ψωμάκι ˙



κι έχετε λάβει πρόνοια

εν πλήρη συμφωνία

να ξεπουλήστε μπιρ παρά

το μαγαζί γωνία.



Άλλα μας λέγατε πρωί

κι άλλα το ίδιο βράδυ

θέλοντας έτσι ύπουλα

να την ε βγάλτε λάδι.

Όμως…

τα ψέματα τελειώσανε

σας πήραμε χαμπάρι ˙

βρεγμένους θα σας κλείσουμε

σε καραβιού αμπάρι,



που θα σας πάει στ’ ανοιχτά

όλους τρελή παρέα,

όπως εκείνη η όμορφη

βάρκα του μπάρμπα Αντρέα



άμεσα αφού σαλπάρει ˙

το κρίμα να πληρώσετε

βαθειά θα σας φουντάρει

γιατί μας ξεπουλήσατε.





Τα ηνία θα σας πάρουμε

και για τη φρουτοπία

μόνοι μας θα σαλπάρουμε

στου Τομ την ουτοπία ˙



και πίσω μας αφήνοντας

μαύρη προϊστορία

θ’ αρχίσουμε να γράφουμε

αληθινή ιστορία ˙



χωρίς την εκμετάλλευση

ανθρώπων απ’ ανθρώπους

χωρίς πολέμους και στρατούς

χωρίς αφέντες και αστούς,



σε κοινωνία ισότητας,

γνήσιας αδελφότητας ,

πλέριας ελευθερίας

(κι όχι όπως της Τροίας…),



που σεις τη λέτε ανέφικτη

τη λέτε δυστοπία

μα είν’ η μόνη εφικτή

μοναδική ευτοπία….

ΛΟΓΙΚΗ ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ (Χριστόφορος Τριάντης)

Σκληρές οι νύχτες.
Φωνές λογικής
ακούγονται από  παντού.
Στη γη σε θέλουν  καρφωμένο (σταθερά),
το είδος να διαιωνίσεις.
Υψηλή αποστολή των κανονικών ανθρώπων:
το ορθόν και λογικόν.
Παράξενο λένε όποιον του
λείπει η λογική.
Χαιρέκακα το ανακοινώνουν οι γέροι στα καφενεία
και οι γυναίκες
που ‘ναι  χορτασμένες
από έρωτα και τακτοποίηση
( το επαναλαμβάνουν).
Η επανάληψη έχει πάντα κάτι
το χρήσιμο (κι ωφέλιμο).
Ω , έλειψαν οι ουτοπίες
από τούτον τον κόσμο.
Και τους παράλογους
τους στοίβαξαν στους
ζωολογικούς σταθμούς
σαν θέαμα (αποκλειστικά)
για σχολεία
και καθωσπρέπει οικογένειες ,
με όνειρα κι αξίες (επαναληπτικά).

ΛΟΜΠΙ (Δραγούνη Βασιλική)

Ο τοίχος στην αίθουσα έχει μια κατεύθυνση
και μια διέξοδο. Εκτείνεται απεριόριστα,
ανεμπόδιστος από πόρτες.

Κανείς δεν περπατά εκεί. Η αίθουσα
είναι απέραντη. Μια σκιά προσπάθησε κάποτε,
μα ξεθώριασε στον τοίχο.

Το χαλί είναι πορφυρό με χρυσά κρόσσια
και το περίζωμα δεν έχει γρατσουνιές.
Τα δωμάτια πίσω από τις πόρτες
ήταν πάντα άδεια.
Υπάρχουν μόνο για τις ιστορίες.

Έτσι ήταν πολύ καιρό πριν.
Έτσι είναι και τώρα.

Νομίζω πως έζησα εκεί κάποτε
αλλά μόνο η μητέρα μου θυμάται
και δεν θα μου πει.

Να κι ο εαυτός μου στο τέλος του διαδρόμου
παίζει με τα παιχνίδια που ακόμα κρυφά
κρατώ προστατευμένα.

Νομίζω πως θυμάμαι.

Αναγνώστες

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ekpoiisi@yahoo.gr

ποίηση στην εποχή της εκποίησης

ποίηση στην εποχή της εκποίησης